Τι είναι ο Μη Επεμβατικός Προγεννητικός Έλεγχος; (Non-Invasive Prenatal Testing - NIPT ή ελεύθερο εμβρυϊκό DNA-cfDNA test)

Μη επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος είναι το τεστ στο οποίο με μια απλή αιμοληψία από τη μητέρα εξετάζουμε το γενετικό υλικό (DNA) του εμβρύου που κυκλοφορεί ελεύθερα (εκτός κυττάρων) στο αίμα της για τις πιο κοινές χρωμοσωμικές ανωμαλίες και σύνδρομα.

Πώς δουλεύει ο Μη Επεμβατικός Προγεννητικός Έλεγχος;

Μία ποσότητα από το γενετικό μας υλικό (DNA) κυκλοφορεί στο αίμα μας ελεύθερη, δηλαδή βρίσκεται έξω από τα κύτταρά μας. Στην εγκυμοσύνη, μετά την 9η εβδομάδα ένα ποσοστό του ελεύθερου DNA στο αίμα της μητέρας, συνήθως γύρω στο 10%, προέρχεται από το έμβρυο. Στη βασική του αρχή, το cfDNA τεστ στηρίζεται στην ποσοτική μέτρηση του υλικού από συγκεκριμένες περιοχές (δείκτες) του εμβρυϊκού DNA. Εάν υπάρχει χρωμοσωμική ανωμαλία παρατηρείται περίσσεια ή έλλειμμα στα επίπεδα του δείκτη για το αντίστοιχο χρωμόσωμα.

Πότε πραγματοποιείται ο Μη Επεμβατικός Προγεννητικός Έλεγχος;

Το μη επεμβατικό προγεννητικό τεστ μπορεί να πραγματοποιηθεί από την 9η εβδομάδα της κύησης και έπειτα. Από αυτό το στάδιο της εγκυμοσύνης και μετά το ποσοστό του εμβρυϊκού DNA στη μητρική κυκλοφορία ξεπερνά σχεδόν πάντα το 4% και καθιστά την ανίχνευσή του ικανοποιητική από τους γενετικούς αναλυτές που χρησιμοποιούνται. Νωρίτερα από αυτή την εβδομάδα το ποσοστό του εμβρυϊκού DNA μπορεί να είναι πολύ μικρό και να οδηγήσει σε αποτυχία του τεστ ή λανθασμένη διάγνωση.

Γιατί να επιλέξω ένα μη επεμβατικό προγεννητικό τεστ που ανιχνεύει περισσότερα σύνδρομα από το Down;

To σύνδρομο Down, αποτελεί μόλις το 50% όλων των χρωμοσωμικών ανωμαλιών που μπορεί να εμφανιστούν σε ένα έμβρυο.

Η Τρισωμια 18 (σύνδρομο Edwards) εμφανίζεται στο 13% των περιτπώσεων και η Τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau) στο 5% των περιπτώσεων.

Πέρα από αυτές τις 3 πιο συχνές τρισωμίες, που αποτελούν μόνο το 68% όλων περιπτώσεων χρωμοσωμικών ανωμαλιών, το cfDNA τεστ μπορεί να ανιχνεύσει φυλετικες χρωμοσωμικές ανωμαλίες καθώς και πληθώρα άλλων χρωμοσωμικών ανωμαλιών και μικροελλειπτικών συνδρόμων που αφορούν το 10% και 18% των περιπτώσεων αντίστοιχα.

Οι φυλεκτικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες, με εξαίρεση το σύνδρομο Turner, σε γενικές γραμμές έχουν ήπια κλινική εικόνα και μπορεί να εμφανίσουν μαθησιακές δυσκολίες, ψυχολογικά προβλήματα, υπογονιμότητα κ.α. Η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία της μητέρας.

Η ανίχνευση των επιπλέον μικροελλειπτικών συνδρόμων είναι πολύ σημαντική γιατί αυτά συνήθως δεν έχουν υπερηχογραφικές ενδείξεις, δεν σχετίζονται με την ηλικία της μητέρας και δεν είναι κληρονομικά. Όμως μπορεί να είναι συχνότερα από τις Τρισωμίες 18 και 13 και η ανίχνευσή τους μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση της εγκυμοσύνης και στην έγκαιρη ιατρική παρέμβαση που θα μπορούσε να βελτιώσει αρκετά την υγεία και την ποιότητα ζωής των νοσούντων. Συνήθως έχουν βαριά κλινική εικόνα που σχετίζεται με προβλήματα αναπτυξιακά, κινητικά, καρδιακά κ.α.

Σε κάθε περίπτωση, συστήνεται η σωστή και πλήρης παροχή γενετικής συμβουλευτικής των ενδιαφερόμενων από έμπειρους επιστήμονες  του κέτρου μας για την επιλογή της κατάλληλης εξέτασης.

Τι πρέπει να γνωρίζω πριν την αιμοληψία για cfDNA τεστ;

Το δείγμα αίματος που θα πάρουμε από το χέρι σας θα χρησιμοποιηθεί για την απομόνωση και την ανάλυση του ελεύθερου εμβρυικού DNA που κυκλοφορεί στο αίμας σας. Επομένως ανεξάρτητα από την ώρα που θα πραγματοποιηθεί η αιμοληψία δεν υπάρχει λόγος να είστε νηστική. Θα προτίναμε όμως να μην έχετε φάει κάτι τουλάχιστον μία ώρα πριν την αιμοληψία.

Η αιμοληψία μπορεί να πραγματοποιηθεί από την 9η εβδομάδα της κύησης και έπειτα  με μόνη προυπόθεση το ποσοστό του εμβρυικού DNA και διάφοροι άλλοι ποιοτικοί δείκτες της ανάλυσης του ελέυθερου εμβρυικού DNA να είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα ώστε να θεωρείται αξιόπιστη η απάντηση και να γίνει η έκδοση του αποτελέσματος.

Πλέον εχουν καταγεγραφεί μερικοί κύριοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αυτές τις παραμέτρους.

Αυξημένο BMI και χαμηλό ποσοστό εμβρυικού DNA στο αίμα

Υπάρχει μια αρνητική συσχέτιση με το ποσοστού του εμβρυικού DNA στο αίμα της εγκυμονούσας και τον Δείκτη Μάζας σώματός της1 (ΔΜΣ ή στα αγγλικά BMI).  Σε εγκύους όπου το BMI (ύψος σε cm/ βάρος σε kg2) είναι πάνω από τα φυσιολογικά ορια, το ποσοστό του εμβρυικού DNA στο αίμα τους μπορεί να είναι πιο χαμηλό γιατί έχουν περισσότερη ποσοσότητα κυκλοφορούντος αίματος στο σώμα τους από τις γυναίκες που έχουν φυσιολογικό BMI.

Έτσι υπάρχει πιθανότητα αυτό το ποσοστό να είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα και να χρειαστεί επανάληψη της αιμοληψίας καθώς η εγκυμοσύνη προχωρά όπου και τα επίπεδα του εμβρυικού DNA μέσα στο αίμα θα έχουν αυξηθεί.

Εγκυμονούσες με αυξημένο BMI συστήνεται να μας συμβουλεύονται για τον ιδανικό χρόνο αιμοληψίας κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης τους.

Ποιοτικοί παράμετροι ανάλυσης cfDNA και λήψη φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη του cfDNA από την Sequenom, έχουν παρατηρηθεί κάποια φαρμακευτικά σκευάσματα και περιπτώσεις ασθενών που λάμβαναν θεραπευτική αγωγή με αυτοάνοσα νοσήματα που επηρεάζουν αρνητικά την ανάλυση του cfDNA.

Πιο συγκεκριμένα υπάρχουν στοιχεία από ανακοίνωση της Sequenom στο Αμερικάνικο Συνέδριο Μαιευτήρων Γυναικολόγων  το 20162 που καταγράφουν μια συσχέτιση κακής ποιότητας αλληλούχισης και επανάληψης της αιμοληψίας σε εγκυμονούσες που κάνουν αντιπηκτικές ενέσεις ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους. Η ηπαρίνη είναι γνωστός παράγοντας που επηρεάζει την PCR τεχνική που χρησιμοποιείται σε αυτές τις περιπτώσεις και γι αυτό εικάζεται ότι μπορεί να επηρεάζει ποιοτικά την ανάλυση του cfDNA.

Παράλληλα υπάρχουν εσωτερικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι σε εγκυμονούσες με αυτοάνοσα νοσήματα που ακολουθούν κατάλληλη θεραπευτική αγωγή μπορεί επίσης η ανάλυση του cfDNA να επηρεαστεί αρνητικά. Η λήψη των παραπάνω φαρμακευτικών σκευασμέτων δεν σημαίνει  ότι το cfDNA δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Απλά ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες επανάληψης της αιμοληψίας που μπορούν να αποφευχθούν αν ακολουθηθούν οι κατάλληλες οδηγίες πριν την αιμοληψία

Στη Safembryo, συστήνουμε σε εγκυμονούσες που κάνουν αντιπηκτικές ενέσεις ηπαρίνης να αφήνουν όσο μεγαλύτερο χρονικό διαστημα γίνεται από την τελευταία ένεση και την αιμοληψία και σε περίπτωση που λαμβάνουν κάποια άλλη θεραπευτική αγωγή πέρα από συμπληρώματα διατροφής, σίδηρο και φυλλικό οξύ, να μας συμβουλεύονται πριν την αιμοληψία.

1 Gerovassili A, Garner C, Nicolaides KH, Thein SL, Rees DC. Free fetal DNA in maternal circulation: a potential prognostic marker for chromosomal abnormalities? Prenatal diagnosis 2006, Dec 7;27(2):104-110

2 Wardrop J, Dharajiya N,Boomer T, McCullough R, Monroe T, Khanna A. Low molecular weight heparin and noninvasive prenatal testing ACOG 2016

Αντιπηκτικές ενέσεις ηπαρίνης και μη επεμβατικό προγεννητικό τεστ (cfDNA τεστ ή NIPT)

Σύμφωνα επιστημονική έρευνα μικρού βαθμού της Sequenom που ανακοινώθηκε στο Αμερικάνικο Συνέδριο Γυναικολόγων-Μαιευτήρων (ACOG) του 2016 αλλά και εσωτερικά στοιχεία της Safembryo, παρατηρείται μια συσχέτιση στις εγκυμονούσες που κάνουν αντιπηκτικές ενέσεις ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους και την επανάληψη της αιμοληψίας ή την αποτυχία έκδοσης αποτελέσματος.

Πιο συγκεκριμένα είναι γνωστό ότι η ηπαρίνη είναι αναστολέας της αντίδρασης PCR που χρησιμοποιείται για την ανάλυση του εμβρυικού DNA που κυκλοφορεί στο αίμα της εγκύου. Έτσι σε γυναίκες που κάνουν ενέσεις ηπαρίνης μπορεί η ανάλυση της αλληλουχίας να μην είναι καλή ποιοτικά και να χρειαστεί επανάληψη της αιμοληψίας. Για την αποφυγή ψευδώς θετικών ή αρνητικών αποτελεσμάτων οι εταιρείες που πραγματοποιούν τα cfDNA (ή ΝIPT) τεστ θα πρέπει εκτός από το ποσοστό του εμβρυικού DNA να ελέγχουν και το GC bias (σε γενικές γραμμές πρόκειται για μέτρηση της ποιότητας της αλληλουχίας) πριν εκδόσουν ένα αποτελέσμα.

Η Sequenom πέρα από τον υπολογισμό του ποσοστού του ελεύθερου εμβρυικού DNA στο αίμα της εγκύου, λαμβάνει υπόψιν το GC bias, τον αριθμό των reads (τμημάτων DNA που αλληλουχιθηκαν), την ποιότητα και το βάθος της αλληλούχισης πριν εκδόσει ένα αποτελέσμα. Έτσι ελαχιστοποιείται η πιθανότητα λάθους.

Στην Safembryo, με βάσει τα στοιχεία που έχουμε μέχρι στιγμής, συστήνουμε στις εγκυμονούσες που κάνουν ενέσεις ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους, να γίνεται η αιμοληψία σχεδόν 24 ώρες μετά την τελευταία ένεση.

Σε ποιες γυναίκες συστήνεται ο Μη Επεμβατικός Προγεννητικός Έλεγχος;

Με βάση τις σημερινές δυνατότητες και περιορισμούς του cfDNA τεστ, το συνιστούμε κυρίως σε γυναίκες «ενδιάμεσου» κινδύνου, όπου θέλουμε μεν κάτι ισχυρότερο από την αυχενική διαφάνεια αλλά δεν έχουμε τόσο ανησυχητικά ευρήματα ώστε να συστήσουμε αμνιοπαρακέντηση. Οριοθετώντας την έννοια του «ενδιάμεσου κινδύνου» μία πρόσφατη μελέτη από τη Δανία πρότεινε την εφαρμογή μη επεμβατικού ελέγχου στις γυναίκες εκείνες όπου η αυχενική διαφάνεια και οι ορμόνες 1ου τριμήνου δίνουν πιθανότητα μεταξύ 1:100 και 1:1000 (Petersen et al. 2014).  Το 2014, από την ομάδα ερευνητών του Καθηγητή Νικολαίδη στο King’s College του Λονδίνου προτάθηκε το cfDNA τεστ να πραγματοποιείται σε γυναίκες με ρίσκο από 1:100- 1:2500 (Gil et al., 2014). Το Αμερικάνικο Κολέγιο Γυναικολόγων και Μαιευτήρων (ACOG) επεκτείνει τη σύσταση για χρωμοσωμικό έλεγχο και σε άλλες περιπτώσεις «υψηλού κινδύνου» για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, στις οποίες περιλαμβάνονται γυναίκες με ηλικία μεγαλύτερη των 35 ετών, ή με θετικό ιατρικό ιστορικό. Μάλιστα  το 2013 ακολούθησαν παρόμοιες οδηγίες που ενισχύουν τη σημαντικότητα διενέργειας του cfDNA τεστ από:

  • την κοινότητα Εμβρυομητρικής Ιατρικής,
  • το σύλλογο Γυναικολόγων Μαιευτήρων Καναδά,
  • την Αμερικάνικη κοινότητα Συμβούλων Γενετικής,
  • το Αμερικάνικο Κολλέγιο Ιατρικής Γενετικής και Γενωμικής και
  • την Παγκόσμια κοινότητα Προγεννητικής Διάγνωσης (ISPD)

Τέλος, το cfDNA τεστ μπορεί να προσφέρεται και σε οποιαδήποτε εγκυμονούσα απλά επιθυμεί να το κάνει χωρίς να ανήκει σε κάποια από τις παραπάνω ομάδες.

 

/toggle]

Τι κόστος έχει ο Μη Επεμβατικός Προγεννητικός Έλεγχος;

To cfDNA τεστ είναι μια νέα τεχνολογία, η οποία έγινε εμπορικά διαθέσιμη μετά από πολλά χρόνια εντατικής και ακριβής έρευνας, και τα πνευματικά της δικαιώματα ανήκουν σε έναν πολύ μικρό αριθμό εταιρειών, κυρίως στις ΗΠΑ. Για να μπορέσει να γίνει η ανάλυση  του εμβρυϊκού DNA μελετώνται εκατομμύρια διαφορετικές περιοχές σε  ολόκληρο το γονιδίωμα ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας κορυφαίας τεχνολογίας γενετικούς αναλυτές με τα μεγαλύτερης ευκρίνειας χημικά αντιδραστήρια, και μετά τα αποτελέσματα συγκεντρώνονται και υφίστανται επεξεργασία από πολύ ισχυρά υπολογιστικά συστήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα 4 χρόνια, σε παγκόσμια κλίμακα η ανάλυση όλων των δειγμάτων cfDNA τεστ γινόταν σε 5 μόλις διαφορετικά εργαστήρια τα οποία ακόμη και στις μέρες μας διαθέτουν την μεγαλύτερη τεχνογνωσία και εμπειρία ανάλυσης αποτελεσμάτων. Ως αποτέλεσμα το κόστος του cfDNA τεστ είναι ακόμη υψηλό. Ωστόσο, στο επόμενο διάστημα, όσο η χρήση του cfDNA τεστ θα διευρύνεται, και η τεχνολογία εξελίσσεται, αναμένεται μία ελάττωση του κόστους του σε συνδυασμό με αύξηση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών που μπορεί να ανιχνεύσει.

Αντικαθιστούν τα cfDNA NIPTs τις παραδοσιακές βιοχημικές εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου;

Και ναι και όχι. Οι επιδόσεις των cfDNA NIPT έχουν αξιολογηθεί πλέον από κλινικές μελέτες σε γυναίκες υψηλού κινδύνου για μια εγκυμοσύνη με χρωμοσωμικές ανωμαλίες αλλά και σε όλες τις γυναίκες, ανεξάρτητα από τον κίνδυνο πριν το τεστ.

Υπό το πρίσμα αυτού του γεγονότος, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η βιοχημική εξέταση δεν είναι πλέον δικαιολογημένη λόγω της χαμηλής PPV του. Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμοί που εμποδίζουν τα cfDNA NIPT να αντικαταστήσουν τη βιοχημική εξέταση. Το κόστος των cfDNA NIPT είναι υψηλό και για να χρησιμοποιηθεί ως διαγνωστική εξέταση πρώτης γραμμής δεν είναι επί του παρόντος οικονομικά αποδοτικό. Επίσης, η δοκιμή μπορεί να αποτύχει να παράγει ένα αποτέλεσμα στο 1-5% εκείνων που δοκιμάστηκαν (ανάλογα με τον πάροχο), αυτό συχνά οφείλεται στην μικρή ποσότητα του εμβρυϊκού DΝΑ στο μητρικό αίμα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η βιοχημική εξέταση παρέχει χρήσιμες πληροφορίες πέρα από την ανίχνευση των τρισωμίων που θα χαθούν εάν αντικατασταθεί με το cfDNA NIPT.

Ανεξάρτητα από τους περιορισμούς του, το cfDNA NIPT είναι εδώ για να μείνει, και διάφορες έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη για την εφαρμογή του στην καθημερινή ρουτίνα.

Χρειάζεται η εξέταση της αυχενικής διαφάνειας;

Η αυχενική διαφάνεια είναι ένας μη ειδικός δείκτης, δηλαδή μπορεί να είναι αυξημένη σε πολλές καταστάσεις πέρα από το σύνδρομο Down, στο οποίο κυρίως στοχεύει ως τώρα το cfDNA τεστ. Επιπλέον, στην εξέταση της αυχενικής διαφάνειας όπως γίνεται σήμερα από τους γιατρούς που είναι πιστοποιημένοι για αυτήν, γίνεται ένας πρώτος έλεγχος και για ανωμαλίες των οργάνων του εμβρύου, οι οποίες πολλές φορές είναι πολύ συχνότερες από το σύνδρομο Down (π.χ. οι συγγενείς καρδιοπάθειες). Όλα αυτά τα παράπλευρα οφέλη της αυχενικής διαφάνειας δεν μπορούν να αντικατασταθούν από μεθόδους όπως το cfDNA τεστ.

Χρειάζεται το υπερηχογράφημα β’ επιπέδου μετά από φυσιολογικό cfDNA τεστ;

Το cfDNA τεστ είναι μία εξαιρετικά ακριβής εξέταση για το σύνδρομο Down, και σε μικρότερο βαθμό για κάποιες άλλες συχνές ανωμαλίες. Αντίθετα, ο σκοπός του υπερηχογραφήματος β’ επιπέδου (αναλυτικό υπερηχογράφημα ή «μεγάλος υπέρηχος») είναι κυρίως η διάγνωση ανωμαλιών στα όργανα του εμβρύου, οι οποίες μάλιστα είναι πολύ πιο συχνές (περίπου 2%) από τα χρωμοσωμικά σύνδρομα. Επιπλέον, στο υπερηχογράφημα εξετάζουμε τα Doppler της μητέρας για την πρόβλεψη της προεκλαμψίας και μετρούμε το μήκος του τραχήλου για την πρόβλεψη του πρόωρου τοκετού. Το cfDNA τεστ, ως εξέταση που ελέγχει μόνο για κάποια χρωμοσωμικά σύνδρομα, δεν μπορεί να διαγνώσει καμία από τις καταστάσεις που ψάχνουμε στο υπερηχογράφημα, και επομένως σε καμία περίπτωση δεν καταργεί την ανάγκη για υπερηχογράφημα β’ επιπέδου.

Πότε πρέπει να κάνετε επεμβατικό τεστ (αμνιοπαρακέντηση - λήψη τροφοβλάστης);

Όταν έχουμε υπερηχογραφικά ευρήματα που δημιουργούν υπόνοια για ανωμαλία άλλη από το σύνδρομο Down πρέπει να κάνουμε επεμβατικό έλεγχο (CVS ή αμνιοπαρακέντηση). Και γενικότερα όμως, όταν έχουμε οποιοδήποτε αποτέλεσμα υψηλού κινδύνου, ακόμη και για σύνδρομο Down, πρέπει να κάνουμε επεμβατικό έλεγχο. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους:

  1. Με τα σημερινά δεδομένα, το cfDNA τεστ θεωρείται μία δοκιμασία μη διαγνωστική. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον δείξει παθολογικό αποτέλεσμα, αυτό πρέπει να επιβεβαιωθεί με CVS ή αμνιοπαρακέντηση. Στην ουσία κάνουμε cfDNA τεστ για το φυσιολογικό του αποτέλεσμα.
  2. Έχει βρεθεί ότι στην περίπτωση που έγινε αμνιοπαρακέντηση λόγω υψηλού κινδύνου για σύνδρομο Down, στο 1/3 των περιπτώσεων που τα χρωμοσώματα ήταν παθολογικά η ανωμαλία ήταν κάτι άλλο πέρα από το σύνδρομο Down, και επομένως οι περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις θα χάνονταν με τις σημερινές δυνατότητες του cfDNA τεστ.

Τι κάνουμε στην περίπτωση ενός θετικού αποτελέσματος από το cfDNA τεστ;

Σήμερα, με βάση τις δυνατότητες των τεστ που κυκλοφορούν στην αγορά και τις οδηγίες των επιστημονικών φορέων, μία έγκυος με παθολογικό αποτέλεσμα στο cfDNA τεστ πρέπει να παραπέμπεται για γενετική συμβουλή και συνιστάται επιβεβαίωση του αποτελέσματος με CVS ή αμνιοπαρακέντηση.

Ποιοι οι περιορισμοί του μη επεμβατικού προγεννητικού έλεγχου;
  1. Η δοκιμή αυτή προορίζεται κυρίως για την προγεννητική ανίχνευση των εμβρυϊκών τρισωμιών 21, 18 και 13 και των φυλετικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών  από την 9η εβδομάδα κυήσεως και έπειτα, αλλά όχι νωρίτερα.
  2. Παρά το γεγονός ότι οι αναφερόμενες ευαισθησίες και ειδικότητες για τρισωμίες 21 και 18 είναι πολύ υψηλό (99% ή παραπάνω), η δοκιμή εξακολουθεί να είναι μια δοκιμασία διαλογής (screening). Όλα τα  παθολογικά αποτελέσματα του cfDNA τεστ θα πρέπει να επιβεβαιώνονται με επεμβατικές εξετάσεις (CVS ή αμνιοπαρακέντηση).
  3. Σε περίπου το 1% των κυήσεων θα χρειαστεί να γίνει επανάληψη της δειγματοληψίας, όταν δεν ικανοποιούνται τα κριτήρια ποιοτικού ελέγχου. Έχει παρατηρηθεί ότι σε παχύσαρκες γυναίκες το ποσοστό αποτυχίας του cfDNA τεστ είναι μεγαλύτερο.
  4. Στις περιπτώσεις παθολογικού αποτελέσματος σε δίδυμη κύηση δεν υπάρχει η δυνατότητα να ξεχωρίσουμε σε ποιο από τα δύο (ή και στα 2 έμβρυα) υπάρχει η ανωμαλία. Η ακριβής διάγνωση  μπορεί να γίνει με επεμβατική εξέταση. Επιπλέον, οι φυλετικές  χρωμοσωμικές ανωμαλίες δεν μπορούν να ανιχνευτούν στις πολύδυμες κυήσεις.
  5. Το cfDNA τεστ δεν έχει σχεδιαστεί για τον εντοπισμό εμβρύων με μωσαϊκισμόυς (μείγμα από φυσιολογικά και μη κύτταρα που οδηγεί συνήθως σε πιο ήπιες εμφανίσεις των κλινικών εικόνων τω ανωμαλιών) ή τριπλοειδίες (69 χρωμοσώματα αντί για 46). Η τελευταία μάλιστα είναι μια κατάσταση θανατηφόρα.

Είναι τέλειο το cfDNA τεστ;

Κανένα τεστ δεν είναι τέλειο!  Aν και τα αποτελέσματα του cfDNA τεστ είναι εξαιρετικά ακριβής, σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθούν ψευδώς παθολογικά και ψευδώς καθησυχαστικά αποτελέσματα. Ένα καθησυχαστικό αποτέλεσμα δεν εξασφαλίζει μία φυσιολογική εγκυμοσύνη. Θα πρέπει να συζητήσετε με το γιατρό σας τα αποτελέσματα αυτής του cfDNA τεστ, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων και των περιορισμών του.

Πόσο ακριβή είναι τα cfDNA NIPTs;

 Αρκετές μεγάλες κλινικές μελέτες έχουν περιγραφεί με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Μια μετα-ανάλυση αναφέρει τις ακόλουθες διαγνωστικές ευαισθησίες/ειδικότητες: 99,0/99,92% (τρισωμία 21), 96,8/99,85% (τρισωμία 18), και 92,1/99,8% (τρισωμία 13). Αυτές οι υψηλές ειδικότητες είναι αξιοσημείωτες επειδή μεταφράζονται σε πολύ χαμηλά ψευδώς θετικά ποσοστά (0,08, 0,15 και 0,2%, αντίστοιχα). Αρκετά σημαντική όμως παράμετρος είναι και η θετική προγνωστική αξία (PPV) της δοκιμής.

Η θετική προγνωστική αξία είναι το ποσοστό των αληθώς θετικών αποτελεσμάτων διαιρεμένα με τον αριθμό όλων των θετικών αποτελεσμάτων, και απαντά στο ερώτημα: Ποια είναι η πιθανότητα σε ένα προσβεβλημένο έμβρυο να δοθεί ένα θετικό αποτέλεσμα; Να τονισθεί ότι η PPV σε κάθε δοκιμή εξαρτάται από την επικράτηση της κατάστασης στο εξεταζόμενο πληθυσμό. Για τις τρισωμίες, η συχνότητά τους αυξάνει μαζί με την ηλικία της μητέρας. Για παράδειγμα, ο κίνδυνος πριν από το τεστ για τις τρισωμίες 21, 18, και 13 σε μια 35χρονη με ένα έμβρυο σε ηλικία κύησης 10 εβδομάδων είναι 1:185, 1:470 και 1:1500, αντίστοιχα. Αυτά, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά απόδοσης που περιγράφηκαν παραπάνω, μεταφράζονται σε PPVs του 87, 58, και 24%, αντίστοιχα. Όπως ήταν αναμενόμενο, στην τρισωμία 13 που είναι λιγότερο διαδεδομένη στον πληθυσμό που ελέγχθηκε, το πιο πιθανό είναι ότι ένα θετικό αποτέλεσμα cfDNA NiPt θα είναι ψευδώς θετικό.

Συγκριτικά, η ευαισθησία του καλύτερου τεστ βιοχημικής διαλογής για την τρισωμία 21 είναι 93% με μία ειδικότητα 95%. Επομένως, ένα ρίσκο για την τρισωμία 21 1: 270, μεταφράζεται σε PPV μόνο 6%. Συμπερασματικά, τα cfDNA NIPTs υπερέχουν ξεκάθαρα από τις παραδοσιακές βιοχημικές εξετάσεις, όταν ανιχνεύουμε για εμβρυικές χρωμοσωμικές ανευπλοιειδίες.

 Παρόλο όμως την εξαιρετική τους ευκρίνεια τα cfDNA NIPTs δεν παράγουν οριστικά αποτελέσματα. Έτσι, ακριβώς όπως με θετική δοκιμασία διαλογής με βιοχημικούς δείκτες, ένα θετικό αποτέλεσμα από cfDNA NIPT θα πρέπει να ακολουθείται από επεμβατικές διαγνωστικές μεθόδους. 

Τι είναι το ελεύθερο εμβρυϊκό DNA;

Έχει παρατηρηθεί ότι σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει μία μικρή ποσότητα γενετικού υλικού (DNA) που βρίσκεται έξω από τα κύτταρα και κυκλοφορεί στο αίμα. Αυτό το γενετικό υλικό ονομάζεται ελεύθερο DNA.  Το 1997 ο Dennis Lo και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν την παρουσία ελεύθερου DNA εμβρυϊκής καταγωγής στην κυκλοφορία του αίματος εγκύων γυναικών. Έκτοτε ακολούθησαν πολλές έρευνες στο χώρο αυτό που βοήθησαν στην καλύτερη αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA.

Ποια τα χαρακτηριστικά του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA;
  • Η εγκυμονούσα και το έμβρυο από πολύ νωρίς στην κύηση επικοινωνούν μέσω του ομφάλιου λώρου και ανταλλάσουν υλικό. Το ελεύθερο εμβρυϊκό DNA προέρχεται από κύτταρα του πλακούντα του εμβρύου, περνά στο αίμα της μητέρας και μπορεί να ανιχνευτεί σε μικρά επίπεδα από την 5η εβδομάδα της κύησης.
  • Σε αρχικές έρευνες είχε παρατηρηθεί ότι το ποσοστό εμφάνισης του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA στην κυκλοφορία της μητέρας ήταν περίπου 3% στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και αυξανόταν καθώς η εγκυμοσύνη προχωρούσε στο 6% στο τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Τελευταίες έρευνες όμως έχουν δείξει ότι αυτό το ποσοστό κυμαίνεται από 10-20% και ξεπερνά το 4% σε όλες σχεδόν τις έγκυες από την 9η εβδομάδα της κύησης και έπειτα, πράγμα που καθιστά και την ανίχνευσή του ευκολότερη.
  • Το ελεύθερο εμβρυϊκό DNA βρίσκεται σε θραύσματα (κομμάτια) μεγέθους περίπου 150 ζευγών βάσεων ενώ το ελεύθερο μητρικό DNA απαντάται σε θραύσματα τουλάχιστον 250 ζευγών βάσεων. Παρόλο που είναι θρυμματισμένο, έχει βρεθεί ότι το γενετικό υλικό του εμβρύου αντιπροσωπεύεται εξ ολοκλήρου στην μητρική κυκλοφορία, γεγονός που βοηθά στην ανάλυση οποιουδήποτε σημείου του DNA.
  • Επιπλέον, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA είναι ότι έχει πολύ μικρή διάρκεια ζωής. Πιο συγκεκριμένα, πολύ σύντομα μετά τον τοκετό και μέσα σε μία ημέρα το μέγιστο, έχει εξαφανιστεί κάθε ίχνος ελεύθερου εμβρυϊκού DNA από την κυκλοφορία της μητέρας. Έτσι το εμβρυϊκό DNA που ανιχνεύεται κατά την διάρκεια μιας κύησης είναι αποκλειστικά προέλευσης της συγκεκριμένης κύησης και δεν μπορεί να έχει προέλθει από τυχόν προηγούμενες κυήσεις ή να παραμείνει και σε τυχόν επόμενες κυήσεις. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τυχόν παρεμβολή ελεύθερου εμβρυϊκού DNA από άλλη κύηση στις πολύτοκες γυναίκες.

 

Τι είναι οι μεγαβάσεις;

Στην Γενετική η μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιούμε για να μετράμε το μήκος του γονιδιώματος (DNA στον πυρήνα του κυττάρου) είναι τα ζεύγη βάσεων. Ένα ζεύγος βάσεων είναι δύο χημικές βάσεις που συνδέονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα «βαθμίδα της σκάλας DNA». Το μόριο του DNA αποτελείται από δύο αλυσίδες που περιστρέφονται η μία γύρω από την άλλη σαν μια στριμμένη σκάλα. Κάθε αλυσίδα έχει ένα σκελετό κατασκευασμένο από εναλ-λασσόμενα μόρια σακχάρων (δεοξυριβόζη) και φωσφορικές ομάδες. Σε κάθε σάκχαρο συνδέεται μία από τις 4 βάσεις – αδενίνη (Α), κυτοσίνη (C), γουανίνη (G), ή θυμίνη (Τ). Οι δύο αλυσίδες συγκρατούνται μεταξύ τους με δεσμούς υδρογόνου μεταξύ των βάσεων.Έτσι,

1 κιλοβάση (Κb) είναι ίση με 1000 βάσεις και

1 μεγαβάση (Mb) είναι ίση με 1.000.000 βάσεις

Και για να αντιληφθούμε τα μεγέθη, το ανθρώπινο γονιδίωμα αποτελείται από 6,469.66 Mb

Ο κλασσικός Καρυότυπος και το Μη Επεμβατικό Προγεννητικό τεστ MaterniT GENOME μπορούν να ανιχνεύουν ανωμαλίες που έχουν μέγεθος από 7Mb και πάνω.

Ο Μοριακός Καρυότυπος (array CGH) έχει ανάλυση από 1Mb και πάνω. Σε μερικές περιοχές μπορεί να έχει ανάλυση 500Kb και πάνω.

Τι είναι τα χρωμοσώματα;

Το σώμα μας αποτελείται από εκατομμύρια κύτταρα. Το γενετικό υλικό εντοπίζεται κυρίως στον πυρήνα και σχηματίζει νηματοειδείς δομές οι οποίες ονομάζονται χρωμοσώματα που είναι ορατά με οπτικό μικροσκόπιο μόνο κατά την κυτταρική διαίρεση. Το χρωμόσωμα είναι μια οργανωμένη δομή DNA και πρωτεϊνών οι οποίες χρησιμεύουν για να συσκευάσουν το DNA και να ελέγξουν τις λειτουργίες του. Το DNA περιλαμβάνει πολλά γονίδια και άλλες ακολουθίες νουκλεοτιδίων. Τα γονίδια περιέχουν οδηγίες που ελέγχουν την ανάπτυξή μας και τον τρόπο που δουλεύει το σώμα μας. Είναι επίσης υπεύθυνα για πολλά από τα χαρακτηριστικά μας, όπως το χρώμα των ματιών, την ομάδα αίματος και το ύψος. Τα περισσότερα ανθρώπινα κύτταρα διαθέτουν 46 χρωμοσώματα. Κληρονομούμε τα χρωμοσώματά μας από τους γονείς μας, 23 από τη μητέρα και 23 από τον πατέρα μας, και ως εκ τούτου έχουμε δύο ομάδες 23 χρωμοσωμάτων ή 23 «ζεύγη». Τα χρωμοσώματα που αριθμούνται 1 έως 22  είναι παρόμοια σε αρσενικά και θηλυκά και καλούνται αυτοσωμικά χρωμοσώματα. Το 23ο ζεύγος είναι διαφορετικό στα αρσενικά και τα θηλυκά και τα χρωμοσώματα που το αποτελούν ονομάζονται φυλετικά χρωμοσώματα. Υπάρχουν δύο τύποι φυλετικών χρωμοσωμάτων, το Χ χρωμόσωμα και το Υ χρωμόσωμα. Τα θηλυκά, φυσιολογικά, διαθέτουν δύο Χ χρωμοσώματα (ΧΧ). Το θηλυκό κληρονομεί ένα Χ χρωμόσωμα από τη μητέρα του και ένα Χ χρωμόσωμα από τον πατέρα του. Τα αρσενικά, φυσιολογικά, διαθέτουν ένα Χ και ένα Υ χρωμόσωμα (ΧΥ). Το αρσενικό κληρονομεί ένα Χ χρωμόσωμα από τη μητέρα του και ένα Υ χρωμόσωμα από τον πατέρα του.

Τι είναι οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες;

 Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται με ένα επιπλέον χρωμόσωμα ή ένα λιγότερο, που σημαίνει ότι έχουν τρία αντίγραφα ενός χρωμοσώματος αντί για δύο. Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή ως τρισωμία. Οι πιο κοινές τρισωμίες είναι η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down), η τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards) και η τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau).

Τι είναι η τρισωμία 21;

Τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) είναι η κατάσταση στην οποία υπάρχουν 3 αντίγραφα του χρωμοσώματος 21 στα κύτταρά μας αντί για τα φυσιολογικά δύο. Αν και η εικόνα δεν είναι η ίδια για όλα τα άτομα με Down, η τυπική εικόνα χαρακτηρίζεται από πνευματική καθυστέρηση και μερικές φορές προβλήματα από την καρδιά (40%) και τον θυρεοειδή. Το μέσο προσδόκιμο ζωής για τα άτομα με Down είναι 50-60 χρόνια, και τα περισσότερα χρειάζονται μακροχρόνια βοήθεια και υποστήριξη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να καθοριστεί η βαρύτητα της κλινικής εικόνας της ασθένειας πριν από τη γέννηση. Το σύνδρομο Down εμφανίζεται σε περίπου μία κάθε 700 γεννήσεις. Η πιθανότητα μια γυναίκα να αποκτήσει παιδί με σύνδρομο Down αυξάνεται με την ηλικία της, αλλά και γυναίκες όλων των ηλικιών και των φυλών μπορεί να είναι σε κίνδυνο.

Τι είναι η τρισωμία 18;

Η τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards) εμφανίζεται σε 1 κάθε 3000 παιδιά και οφείλεται στην ύπαρξη 3 αντιγράφων του χρωμοσώματος 18 στα κύτταρά μας αντί για τα φυσιολογικά δύο. Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ανωμαλίες στα όργανα του παιδιού, και οδηγεί στο θάνατο κατά κανόνα μέσα στους πρώτους λίγους μήνες της ζωής, και σίγουρα πριν τη σχολική ηλικία.

Τι είναι η τρισωμία 13;

Η τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau)  εμφανίζεται σε 1 κάθε 4000 παιδιά και οφείλεται στην ύπαρξη 3 αντιγράφων του χρωμοσώματος 13 στα κύτταρά μας αντί για τα φυσιολογικά δύο. Χαρακτηρίζεται από πολλαπλές ανωμαλίες στα όργανα το παιδιού και πνευματική καθυστέρηση και είναι θανατηφόρα κατάσταση.

Τι είναι οι φυλετικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες;

Φυλετικά ονομάζονται τα χρωμοσώματα Χ και Υ, τα οποία καθορίζουν το φύλο (φυσιολογικός άνδρας ΧΥ και φυσιολογική γυναίκα ΧΧ). Οι φυλετικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες οφείλονται στην ύπαρξη περισσότερων ή λιγότερων φυλετικών χρωμοσωμάτων. Οι ανωμαλίες στον αριθμό των φυλετικών χρωμοσωμάτων συνήθως δεν προκαλούν σημαντικές αναπτυξιακές διαταραχές και πνευματική ανεπάρκεια. Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να λάβουν τις υπηρεσίες που απαιτούνται, προκειμένου να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Συνολικά, περίπου ένα στα 500 μωρά γεννιέται με μια φυλετική χρωμοσωμική ανωμαλία. Η σοβαρότερη από αυτές είναι το σύνδρομο Turner, με ποσοστό εμφάνισης 1 στις 4000 γεννήσεις, το οποίο απαντάται σε γυναίκες και χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ενός από τα δύο Χ χρωμοσώματα (45 Χ0 ή μονοσωμία Χ). Το σύνδρομο Turner χαρακτηρίζεται από ποικίλη βαρύτητα. Η τυπική γυναίκα με σύνδρομο Turner εμφανίζει μικρό ύψος, κοντό λαιμό, καρδιοπάθεια, βαρηκοΐα, νοημοσύνη στα κατώτερα φυσιολογικά και ατελή ανάπτυξη των χαρακτηριστικών του φύλου, ενώ στις ελαφρύτερες περιπτώσεις μπορεί να παρατηρείται μόνο υπογονιμότητα ή πρόωρη εμμηνόπαυση. Τα αγόρια με σύνδρομο Klinefelter έχουν δύο χρωμοσώματα Χ και ένα Υ (47, ΧΧΥ). Αυτά τα παιδιά έχουν την τάση να είναι πιο ψηλά από το μέσο όρο, μπορεί να έχουν καθυστερημένη ή απούσα ανάπτυξη των δευτερευόντων φυλετικών χαρακτηριστικών τους κατά την εφηβεία και είναι συνήθως στείρα. Οι περισσότεροι έχουν φυσιολογική νοημοσύνη, αλλά μερικοί μπορούν να έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή ψυχολογικά προβλήματα. Τα παιδιά με σύνδρομο τριπλού Χ (47, XXX) και σύνδρομο Jacobs (47, XYY) μπορεί να είναι ψηλότερα από το μέσο όρο και συνήθως έχουν φυσιολογική νοημοσύνη. Λίγα από αυτά μπορεί να έχουν μαθησιακά και ψυχολογικά ζητήματα. Οι καταστάσεις αυτές δεν συνδέονται με γενετικές ανωμαλίες και μπορεί να περάσουν αδιάγνωστες. Οι άνθρωποι με αυτές τις συνθήκες μπορεί να έχουν φυσιολογική γονιμότητα.

Τι είναι τα μικροελλειπτικά σύνδρομα;

Ορισμένες χρωμοσωμικές ανωμαλίες (π.χ. σύνδρομο διαγραφής 22q11.2, σύνδρομο Cri-du-Chat, σύνδρομο Prader-Willi/Angelman και 1p36, βλ. παρακάτω) δεν περιλαμβάνουν ολόκληρα χρωμοσώματα, αλλά μικρά τμήματα χρωμοσωμικού υλικού που διαγράφονται και λείπουν. Αυτού του είδους τα σύνδρομα ονομάζονται μικροελλειπτικά. Οι μεταβολές αυτού του τύπου μπορεί να προκαλέσουν συγκεκριμένα προβλήματα στο παιδί. Είναι πολύ σπάνιες, αλλά μπορεί να εμφανιστούν με την ίδια συχνότητα σε όλες τις εγκύους ανεξαρτήτως ηλικίας (δηλαδή και σε νεαρές γυναίκες). Δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμες στην υπερηχογραφική εξέταση, αν όμως προκύψουν ύποπτα ευρήματα στον προγεννητικό έλεγχο μπορούν να διαγνωστούν με επεμβατικό έλεγχο (CVS ή αμνιοπαρακέντηση). Αν δεν διαγνωστούν προγεννητικά συνήθως διαγιγνώσκονται μετά το πρώτο ή δεύτερο έτος της ηλικίας και επηρεάζουν αρκετά την ποιότητα ζωής του παιδιού. Το πρόβλημα με τα μικροελλειπτικά σύνδρομα είναι ότι, λόγω του μικρού μεγέθους του ελλείμματος, δεν μπορούν πάντα να ανιχνευθούν με τον κλασικό καρυότυπο και απαιτούν ειδικές τεχνικές διάγνωσης (π.χ. μοριακό καρυότυπο, MLPA, FISH).

Η εξέταση MaterniT21 PLUS σας προσφέρει σήμερα πληροφορίες που σχετίζονται με τα ακόλουθα σύνδρομα:

Pinakas_microdeletions_description

Τι είναι το σύνδρομο DiGeorge;

To γνωστότερο από τα μικροελλειπτικά σύνδρομα είναι το σύνδρομο 22q11.2,  πιο γνωστό ως σύνδρομο DiGeorge, το οποίο οφείλεται σε απώλεια ενός πολύ μικρού τμήματος από το χρωμόσωμα 22. Αυτή η μικρή διαγραφή είναι παρούσα σε κάθε 1 στις 2.000-4.000 γεννήσεις ζώντων, σε κάθε 1 στα 68 παιδιά με συγγενή καρδιοπάθεια, και σε ποσοστό 5 έως 8 τοις εκατό των παιδιών που γεννιούνται με λυκόστομα. Η διαγραφή 22q11.2 είναι σχεδόν τόσο κοινή όσο το σύνδρομο Down. Η διαγραφή έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει σχεδόν κάθε σύστημα στο σώμα και μπορεί να προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων υγείας. Η κλινική εικόνα διαφέρει ακόμα και σε άτομα με το ίδιο σύνδρομο, και διαφορετικοί ασθενείς επηρεάζονται με διαφορετικό τρόπο από το ίδιο σύνδρομο. Το σύνδρομο DiGeorge χαρακτηρίζεται από συνδυασμό των ακόλουθων χαρακτηριστικών: καρδιοπάθεια,  ανωμαλίες του γαστρεντερικού, νεφρολογικά προβλήματα,  αναπτυξιακή καθυστέρηση, συμπεριφοριστικές και μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα λόγου, ανωμαλίες του προσώπου, ανοσοανεπάρκεια και χαμηλά επίπεδα ασβεστίου.

Τι είναι το σύνδρομο Cri-du-chat;

Το σύνδρομο Cri-du-chat (γαλλικά για τον όρο, “κραυγή της γάτας»), είναι μια σπάνια πάθηση που πήρε το όνομά της από τον τόνο της κραυγής που έχουν τα πάσχοντα παιδιά που μοιάζει με μια γάτα που κλαίει. Προκαλείται από έλλειψη ενός τμήματος του χρωμοσώματος 5. Αυτό μερικές φορές ονομάζεται 5p-ή 5p μείον. Άλλα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι ο κακός μυϊκός τόνος,  η δυσκολία στην ομιλία και  η νοητική αναπηρία.

Τι είναι το σύνδρομο Prader-Willi (PWS);

Το σύνδρομο Prader-Willi (PWS) είναι η πιο κοινή γνωστή γενετική αιτία παχυσαρκίας σε επίπεδα απειλητικά για τη ζωή στα παιδιά. Αν και η αιτία είναι πολύπλοκη, προκύπτει από μια ανωμαλία στο χρωμόσωμα 15. Εμφανίζεται σε άνδρες και γυναίκες εξίσου και σε όλες τις φυλές. Εκτιμάται ότι εμφανίζεται σε  1:15.000 γεννήσεις. Το PWS συνήθως προκαλεί χαμηλό μυϊκό τόνο, κοντό ανάστημα αν δεν θεραπευτεί με αυξητική ορμόνη, ελλιπή σεξουαλική ανάπτυξη,  χαμηλό IQ, μαθησιακές δυσκολίες και χρόνιο αίσθημα της πείνας, που σε συνδυασμό με τον χαμηλό μεταβολισμό οδηγεί σε έντονη παχυσαρκία.

Τι είναι το σύνδρομο Angelman (AS);

Το σύνδρομο Angelman (AS) είναι μια νευρο-γενετική διαταραχή που εμφανίζεται σε 1 στις 15.000 γεννήσεις από μια ανωμαλία στο χρωμόσωμα 15. Το AS συχνά συγχέεται με άλλες διαγνώσεις, όπως εγκεφαλική παράλυση ή αυτισμό. Τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου περιλαμβάνουν αναπτυξιακή καθυστέρηση, βωβότητα, επιληπτικές κρίσεις, και διαταραχές στη βάδιση και στην ισορροπία. Τα άτομα με σύνδρομο Angelman απαιτούν δια βίου φροντίδα.

Τι είναι το σύνδρομο μικροδιαγραφής 1p36;

Το σύνδρομο μικροδιαγραφής 1p36 είναι μια χρωμοσωμική ανωμαλία που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη δυσμορφία του προσώπου, υποτονία, αναπτυξιακή καθυστέρηση, νοητική αναπηρία, επιληπτικές κρίσεις, καρδιακές ανωμαλίες, προβλήματα ακοής και προγεννητική καθυστέρηση ανάπτυξης. Θεωρείται ένα από τα πιο κοινά μικροελλειπτικά σύνδρομα, με συχνότητα 1/5000 έως 1/10000 γεννήσεις ζώντων που εμφανίζεται εξίσου και στα δύο φύλα, σε όλες τις εθνικότητες.

Τι είναι το σύνδρομο Wolf-Hirschhorn;

Το Wolf-Hirschhorn προκαλείται από διαγραφή του βραχέος σκέλους του χρωμοσώματος 4. Χαρακτηρίζεται από μια χαρακτηριστική εμφάνιση του προσώπου (Κράνος Έλληνα πολεμιστή), αναπτυξιακή καθυστέρηση, νοητική αναπηρία και επιληπτικές κρίσεις. Οι περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι κληρονομικές (de novo).

Τι είναι το σύνδρομο Jacobsen;

 Το Jacobsen προκαλείται από διαγραφή στο μακρύ βραχίονα του χρωμοσώματος 11. Χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακή καθυστέρηση, διακριτικό προσωπείο, αιμορραγικές διαταραχές και ορισμένες διαταραχές της συμπεριφοράς. Οι περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι κληρονομικές (de novo).

Τι είναι το σύνδρομο Langer-Giedion;

Το σύνδρομο Langer-Giedion προκαλείται από διαγραφή στο μακρύ βραχίονα του χρωμοσώματος 8. Χαρακτηρίζεται από καλοήθεις όγκους των οστών (εξωστώσεις), κοντό ανάστημα και διακριτικά χαρακτηριστικά του προσώπου. Οι περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι κληρονομικές (de novo).